αβρότητα


αβρότητα
[адротита] ουσ. Θ. значительность, изобилие,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αβρότητα" в других словарях:

  • αβρότητα — η λεπτότητα, ευγένεια: Του φέρθηκε με μεγάλη αβρότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αβρότητα — η (Α ἁβρότης) [ἁβρὸς] 1. λεπτότητα, χάρη, απαλότητα, τρυφερότητα 2. η λεπτότητα στους τρόπους, η ευγενική συμπεριφορά αρχ. λαμπρότητα, πολυτέλεια …   Dictionary of Greek

  • αβρότητα — [авротита] σνσ. θ. нежность, деликатность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἁβρότητα — ἁβρότης splendour fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁβρότητ' — ἁβρότητα , ἁβρότης splendour fem acc sg ἁβρότητι , ἁβρότης splendour fem dat sg ἁβρότητε , ἁβρότης splendour fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβροσύνη — ἁβροσύνη, η (Α) [ἁβρὸς] η αβρότητα* …   Dictionary of Greek

  • απαλότητα — η (AM ἁπαλότης, ητος) η ιδιότητα του απαλού, η αβρότητα, η τρυφερότητα …   Dictionary of Greek

  • γυναικαρέσκεια — η αβρότητα προς τις γυναίκες. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυναικάρεσκος. Η λ. μαρτυρείται στον Αδαμάντιο Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • λεπτός — ή, ό (AM λεπτός, ή, όν) 1. αυτός που δεν έχει πάχος ή όγκο, φτενός, αραιός στη σύσταση, σε αντιδιαστολή με τον παχύ (α. «λεπτό ύφασμα» β. «λεπτόν τε πέπλον», Ευρ.) 2. αδύνατος, ισχνός, λιπόσαρκος (α. «μετά τη δίαιτα έγινε πολύ λεπτός» β. «ψῡχος… …   Dictionary of Greek

  • λεπτότητα — η (AM λεπτότης, ητος) [λεπτός] 1. η ιδιότητα τού λεπτού, ισχνότητα, λεπτοφυΐα ή αδυναμία 2. κομψότητα («έχει μια λεπτότητα και λυγεράδα στο κορμί της») 3. (για το πνεύμα) διαύγεια, ευφυΐα, οξύτητα (α. «δίνει απαντήσεις με λεπτότητα» β. «ὦ Ζεῡ… …   Dictionary of Greek